προσδίδω

προσδίδωμι ΝΜΑ, προσδίνω Ν
παρέχω κάτι επιπροσθέτως (α. «τού προσέδωσε δύναμη» β. «οὐδένα ἂν πώποτε ἀφείλετο, ἀλλ' ἀεὶ πλείω προσεδίδου», Ξεν.)
νεοελλ.
δίνω σε κάτι ένα πρόσθετο χαρακτηριστικό, δίνω σε κάτι χαρακτήρα, ιδίως καλό («εφ' ών το φέγγος τής σελήνης πίπτον προσέδιδε γλυκείαν μελαγχολικήν όψιν», Παπαδ.)
αρχ.
1. δίνω ως μερίδιο σε κάποιον
2. (για ιερέα που θυσιάζει) διανέμω, μοιράζω («οὐδεὶς προσδώσει μοι τῶν σπλάγχνων», Αριστοφ.)
3. προσφέρω κάτι από φιλανθρωπία, ελεώ («καί πού τι καὶ βορᾶς μέρος προσέδοσαν οἰκτίραντες», Σοφ.)
4. παραχωρώ, επιτρέπω
5. δίνω κάτι στο χέρι κάποιου («τὸν Καίσαρα τῷ Κάτωνι προσδοῡναι τὸ δελτάριον ἐγγὺς ἑστῶτι», Πλούτ.).

Dictionary of Greek. 2013.

Look at other dictionaries:

  • προσδίδω — προσδίδω, προσέδωσα βλ. πίν. 186 …   Τα ρήματα της νέας ελληνικής

  • προσδίδω — [просдцдо] р. добавлять, придавать …   Λεξικό Ελληνικά-ρωσική νέα (Греческо-русский новый словарь)

  • προσδιδῷ — προσδίδωμι give pres subj act 3rd sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • οντουλάρω — προσδίδω κυματοειδές σχήμα στα μαλλιά με τεχνητό τρόπο, σγουραίνω, κατσαρώνω. [ΕΤΥΜΟΛ. < γαλλ. onduler < onde «κύμα» (< λατ. unda «κύμα»)] …   Dictionary of Greek

  • κλανομοσχίζω — (Μ) προσδίδω σε κάτι δυσάρεστη μυρωδιά. [ΕΤΥΜΟΛ. < κλάνω + μοσχίζω «προσδίδω σε κάτι ευχάριστη μυρωδιά»] …   Dictionary of Greek

  • κοσμώ — (I) (ΑM κοσμῶ, έω) [κόσμος] 1. στολίζω, εξωραΐζω, προσδίδω κάλλος, διακοσμώ (α. «εκόσμησαν την πόλη με αγάλματα» β. «τριπόδεσσιν ἐκόσμησαν δόμον», Πίνδ. γ. «χαλκοῑς σῶμ ἐκοσμήσανθ ὅπλοις», Ευρ.) 2. μτφ. καλλωπίζω, ομορφαίνω («εὖ μὲν τούσδ… …   Dictionary of Greek

  • ρυθμίζω — ῥυθμίζω ΝΜΑ [ῥυθμός] 1. προσδίδω σε κάτι ρυθμό, συμμετρία ή κανονικότητα ή και ενεργώ με τέτοιο τρόπο, ώστε να κινείται ή να λειτουργεί κάτι με ρυθμό (α. «ρυθμίζω την ταχύτητα τών μηχανών» β. «περιόδους ῥυθμίζειν», Πλούτ.) 2. (κατ επέκτ.)… …   Dictionary of Greek

  • χρωματίζω — ΝΜΑ [χρῶμα, ατος] προσδίδω χρώμα σε κάτι, βάφω (α. «χρωμάτισα τους τοίχους» β. «ὁπηνίκα τὸ κρυσταλλοειδὲς τοῡ ὀφθαλμοῡ ἀπό τινος πάθους χρωματισθῇ», Φιλόπ. Ιω. γ. «χρωματίζεσθαι παντοδαπὰς χροάς», Αριστοτ.) νεοελλ. 1. (για λόγο ή μελωδία) i)… …   Dictionary of Greek

  • χρώννυμι — και χρωννύω, ΜΑ 1. χρωματίζω, βάφω, προσδίδω χρώμα σε κάτι (α. «χρωσάτω τὴν κόμην», Λουκιαν. β. «τεχνητὸν ἔρευθος αὐτῇ τὰς παρειὰς χρώννυσιν», Θεμίστ.) 2. μτφ. (σχετικά με λόγο) προσδίδω ιδιαιτερότητα στο ύφος («εἶτα ἐπιθεὶς τὴν τάξιν, ἐπαγέτω τὸ …   Dictionary of Greek

  • αλκαλικοποιώ — και αλκαλιοποιώ ( έω) προσδίδω σε κάποια ουσία αλκαλικές ιδιότητες. [ΕΤΥΜΟΛ. < αλκαλικός + ποιώ. Απόδοση στα Ελληνικά ξεν. όρου, πρβλ. γαλλ. alcaliniser] …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.